Μετάφραση του "insinuation" σε Ελληνικά

Το υπαινιγμός είναι η μετάφραση του "insinuation" σε Ελληνικά.

insinuation noun feminine γραμματική

Adresse par laquelle on donne à entendre qqchose

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπαινιγμός

    noun masculine

    La même insinuation se glisse dans plusieurs autres parties du texte.

    Ο ίδιος υπαινιγμός ξεγλιστρά σε διάφορα άλλα μέρη του κειμένου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insinuation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insinuation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη