Μετάφραση του "peuplement" σε Ελληνικά
Το απόθεμα είναι η μετάφραση του "peuplement" σε Ελληνικά.
peuplement
noun
masculine
γραμματική
Un groupe d'individus d'une espèce, à l'intérieur des limites d'une zone donnée.
-
απόθεμα
noun neuterUn groupe d'individus d'une espèce, à l'intérieur des limites d'une zone donnée.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peuplement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "peuplement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πληθυσμιακή διακίνηση
-
χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού
-
συγκέντρωση οικισμών
-
αγροτικός οικισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη