Μετάφραση του "peuplement" σε Ελληνικά

Το απόθεμα είναι η μετάφραση του "peuplement" σε Ελληνικά.

peuplement noun masculine γραμματική

Un groupe d'individus d'une espèce, à l'intérieur des limites d'une zone donnée.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόθεμα

    noun neuter

    Un groupe d'individus d'une espèce, à l'intérieur des limites d'une zone donnée.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peuplement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peuplement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peuplement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη