Μετάφραση του "peupler" σε Ελληνικά
Οι συμπλήρωση, άνθρωποι, ζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peupler" σε Ελληνικά.
peupler
verb
γραμματική
-
συμπλήρωση
-
άνθρωποι
noun masculineParaît qu'il y aura deux fois plus de peuple.
Δεν ξέρω, εκεί υποτίθεται ότι θα είναι διπλάσιοι άνθρωποι φέτος.
-
ζω
verbDe nouvelles lois ne peuvent changer ce que le peuple ressent.
Ακομα και οι νομοι σας δεν αλλα ζουν τα αισθηματα των ανθρωπων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μένω
- καταλαμβάνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peupler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "peupler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γάλλοι
-
αρχαίος οικισμός
-
Λάος · άνθρωποι · έθνος · γένος · γενιά · καταγωγή · κόσμος · λαός · μάζα · μάζες · οικογένεια · σόι · σώμα πολιτών · φυλή · χώρα · όχλος
-
Μολότοφ · Περμ
-
Αφρικανικός Χάρτης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών
-
Τουρκικά φύλα
-
Ζουλού
-
Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη