Μετάφραση του "sardonique" σε Ελληνικά

Το σαρδόνιος είναι η μετάφραση του "sardonique" σε Ελληνικά.

sardonique adjective masculine γραμματική

Affecté par ou affichant une ironie ou moquerie méprisante ou dédaigneuse.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαρδόνιος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sardonique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sardonique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη