Μετάφραση του "Incisione" σε Ελληνικά

Οι χαρακτική, τομή, εντομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Incisione" σε Ελληνικά.

Incisione
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρακτική

    Specializzata in incisione e processi di stampa tipografica.

    Ειδίκευση στην χαρακτική με βαθυτυπία και επεξεργασία τυπογραφικής εκτύπωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Incisione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

incisione noun feminine γραμματική

Disegno in incavo in una matrice per ricavarne delle riproduzioni.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τομή

    noun feminine

    Il tessuto molle si rimargina meglio con un incisione a Y.

    Η απαλή κάλυψη ιστού θα είναι καλύτερα με διχαλωτή τομή.

  • εντομή

    noun feminine

    Aprire il sacchetto strappando a livello dell incisione pre-tagliata e rimuovere il dispositivo di inoculazione sterile

    Ανοίξτε το αλουμινένιο σακουλάκι στην προ-χαραγμένη εντομή για να αφαιρέσετε την αποστειρωμένη συσκευή ενέσιμης χορήγησης

  • κόψιμο

    noun neuter

    Praticare le incisioni in modo che le due teste d'incisione principali poste all'estremità dell'utensile tocchino la superficie in modo uniforme.

    Το κόψιμο πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι δύο κεφαλές οδηγοί στην άκρη της συσκευής να αγγίζουν την επιφάνεια ομοιόμορφα.

  • χαρακτική

    Specializzata in incisione e processi di stampa tipografica.

    Ειδίκευση στην χαρακτική με βαθυτυπία και επεξεργασία τυπογραφικής εκτύπωσης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Incisione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη