Μετάφραση του "incinta" σε Ελληνικά

Οι έγκυος, έγγυος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incinta" σε Ελληνικά.

incinta adjective feminine γραμματική

Che porta un bambino nel proprio corpo durante la gravidanza.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκυος

    adjective feminine

    in dolce attesa [..]

    Sono incinta di quattro mesi.

    Είμαι τεσσάρων μηνών έγκυος.

  • έγγυος

    Eleonora d'aquitania non cavalcò contro il nemico incinta e a seno scoperto?

    Και η Ελεωνόρα δεν πήγε στον πόλεμο έγγυος και γυμνή?

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incinta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incinta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη