Μετάφραση του "incisore" σε Ελληνικά

Το χαράκτης είναι η μετάφραση του "incisore" σε Ελληνικά.

incisore noun masculine γραμματική

Chi pratica l'arte di incidere immagini o iniziali.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαράκτης

    professione

    No, amico, quello e'un incisore.

    Όχι, φίλε, αυτό είναι χαράκτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incisore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incisore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη