Μετάφραση του "acume" σε Ελληνικά
Οι ενόραση, διορατικότητα, σύνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acume" σε Ελληνικά.
acume
noun
masculine
γραμματική
-
ενόραση
nounIsaia e gli altri scrittori della Bibbia non avrebbero potuto predire avvenimenti futuri basandosi soltanto sul loro acume.
Ο Ησαΐας και άλλοι Βιβλικοί συγγραφείς δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν μελλοντικά γεγονότα αποκλειστικά και μόνο με βάση τη δική τους ενόραση.
-
διορατικότητα
nounRitengo che il posto di un uomo come te, benestante, ricco di acume e scaltro, sia in politica.
Είναι μόνο δική μου άποψη, αλλά κάποιος με διορατικότητα, πλούτο και πονηριά σαν εσένα ανήκει στην πολιτική.
-
σύνεση
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σωφροσύνη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acume " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη