Μετάφραση του "ampio" σε Ελληνικά

Οι ευρύς, απέραντος, απέραντη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ampio" σε Ελληνικά.

ampio adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευρύς

    adjective masculine

    La definizione delle « reti di telecomunicazioni » è molto ampia.

    Ο ορισμός των δικτύων τηλεπικοινωνιών είναι πολύ ευρύς.

  • απέραντος

    adjective

    Per essere sicuri, il mondo arabo è ampio e vario.

    Ο αραβικός κόσμος είναι πράγματι απέραντος και πολυποίκιλος.

  • απέραντη

    Non è altro che una sentinella solitaria che fa la guardia a un ampio tratto di arido deserto.

    Δεν είναι παρά ένας μοναχικός φρουρός που έχει μείνει να φυλάει την απέραντη έκταση μιας άγονης ερήμου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απέραντο
    • ευρεία
    • εκτενής
    • εκτενές
    • ευρύχωρος
    • μεγάλο
    • φαρδύς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ampio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ampio"

Φράσεις παρόμοιες με "ampio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απέραντη · απέραντο · απέραντος · ευρύς · φαρδύς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ampio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη