Μετάφραση του "ampliamento" σε Ελληνικά
Οι επέκταση, μεγάλωμα, διαστολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ampliamento" σε Ελληνικά.
ampliamento
noun
masculine
γραμματική
Il rendere più grande, più ampio.
-
επέκταση
noun feminineIl primo ministro spagnolo, José María Aznar, sta per inaugurare l'avvio delle opere di ampliamento dell'aeroporto di Madrid.
Ο ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Μαρία Αθνάρ μόλις εγκαινίασε το εργοτάξιο για την επέκταση του αεροδρομίου της Μαδρίτης.
-
μεγάλωμα
noun -
διαστολή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ampliamento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ampliamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διεύρυνση διεθνούς οργανισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη