Μετάφραση του "amplesso" σε Ελληνικά

Οι συνουσία, σεξουαλική επαφή, σεξουαλική πράξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amplesso" σε Ελληνικά.

amplesso noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνουσία

    noun feminine
  • σεξουαλική επαφή

    noun
  • σεξουαλική πράξη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amplesso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amplesso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη