Μετάφραση του "concomitante" σε Ελληνικά

Το συνακόλουθος είναι η μετάφραση του "concomitante" σε Ελληνικά.

concomitante adjective masculine γραμματική

Che segue come conseguenza.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνακόλουθος

    masculine

    - la crisi del Golfo ed il concomitante crollo del clima di fiducia di imprenditori e consumatori.

    - η κρίση στον Κόλπο και ο συνακόλουθος κλονισμός της εμπιστοσύνης εκ μέρους των επιχειρηματιών και των καταναλωτών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concomitante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concomitante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη