Μετάφραση του "concomitante" σε Ελληνικά
Το συνακόλουθος είναι η μετάφραση του "concomitante" σε Ελληνικά.
concomitante
adjective
masculine
γραμματική
Che segue come conseguenza.
-
συνακόλουθος
masculine- la crisi del Golfo ed il concomitante crollo del clima di fiducia di imprenditori e consumatori.
- η κρίση στον Κόλπο και ο συνακόλουθος κλονισμός της εμπιστοσύνης εκ μέρους των επιχειρηματιών και των καταναλωτών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concomitante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη