Μετάφραση του "concordato" σε Ελληνικά

Οι συμφωνία, συνεννόηση, κονκορδάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concordato" σε Ελληνικά.

concordato adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφωνία

    noun feminine

    Tutti gli indicatori di punti terminali utilizzati sono concordati bilateralmente, cioè sono noti ad entrambi i sistemi.

    Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι κωδικοί τελικού σημείου καθορίζονται με διμερή συμφωνία, δηλ. είναι γνωστοί και στα δύο συστήματα.

  • συνεννόηση

    noun

    Il concordare prezzi minimi costituirebbe, per natura, una restrizione della concorrenza.

    Το γεγονός ότι υπήρξε συνεννόηση επί των κατωτάτων τιμών συνιστά, ως εκ της φύσεώς του, περιορισμό του ανταγωνισμού.

  • κονκορδάτο

    Nel 1954 Trujillo si recò a Roma per firmare un concordato con il papa.

    Το 1954, ο Τρουχίγιο πήγε στη Ρώμη και υπέγραψε ένα κονκορδάτο με τον πάπα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concordato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Concordato
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κονκορδάτο

    (4) La Polonia non ha menzionato il suo concordato con il Vaticano.

    (4) Η Πολωνία δεν αναφέρθηκε στο Κονκορδάτο που έχει συνάψει με το Βατικανό.

Φράσεις παρόμοιες με "concordato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concordato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη