Μετάφραση του "concordare" σε Ελληνικά
Οι συμφωνώ, δέχομαι, ταιριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concordare" σε Ελληνικά.
concordare
verb
γραμματική
Accordare in genere, numero, caso o persona. [..]
-
συμφωνώ
verbArmonizzare nelle opinioni, nelle affermazioni o nelle azioni.
Ancora una volta l’Autorità concorda con questo parere.
Και πάλι η Αρχή συμφωνεί με την ανωτέρω άποψη.
-
δέχομαι
verbNon concorda sul fatto che il segnale sia causato solo da dei pesci.
Δε δέχεται ότι το σήμα θα μπορούσε απλώς να είναι ψάρια.
-
ταιριάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concordare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concordare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαφωνώ
-
κονκορδάτο · συμφωνία · συνεννόηση
-
Κονκορδάτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη