Μετάφραση του "concreto" σε Ελληνικά
Οι συγκεκριμένος, υλικός, σκυρόδεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concreto" σε Ελληνικά.
concreto
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Particolare, percettibile, reale. [..]
-
συγκεκριμένος
adjective masculineLa combinazione di diversi tipi di azioni ha permesso di conseguire risultati concreti.
Ο συνδυασμός διαφόρων ειδών δράσεων οδήγησε στην επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.
-
υλικός
adjective masculine -
σκυρόδεμα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απτός
- χειροπιαστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concreto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concreto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπαγής κλάση
-
συγκεκριμένο αντικείμενο
-
κατορθώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη