Μετάφραση του "concubinato" σε Ελληνικά

Οι συγκατοίκηση, Παλλακεία, παλλακεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concubinato" σε Ελληνικά.

concubinato noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκατοίκηση

    Noun
  • Παλλακεία

    Logicamente il concubinato contribuì a un aumento più rapido della popolazione d’Israele.

    Η παλλακεία λογικά συντέλεσε στη γοργή αύξηση του πληθυσμού του Ισραήλ.

  • παλλακεία

    noun

    Logicamente il concubinato contribuì a un aumento più rapido della popolazione d’Israele.

    Η παλλακεία λογικά συντέλεσε στη γοργή αύξηση του πληθυσμού του Ισραήλ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concubinato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concubinato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη