Μετάφραση του "consacrare" σε Ελληνικά

Οι αφιερώνω, αγιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consacrare" σε Ελληνικά.

consacrare verb γραμματική

Dare interamente a una persona, attività o causa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφιερώνω

    verb

    Desidero ringraziare per l'impegno e per l'attenzione consacrati alla proposta.

    Θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για την προσπάθεια που έκανε και την προσοχή που αφιέρωσε στη συγκεκριμένη πρόταση.

  • αγιάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consacrare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consacrare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη