Μετάφραση του "consacrazione" σε Ελληνικά
Οι καθαγίαση, αγιασμός, ιεροσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consacrazione" σε Ελληνικά.
consacrazione
noun
feminine
γραμματική
L'atto di rendere sacro per mezzo di un rito religioso.
-
καθαγίαση
noun feminineSenza di me, la consacrazione non avverra'.
Χωρίς εμένα η καθαγίαση ενδέχεται να σταματήσει.
-
αγιασμός
noun -
ιεροσύνη
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ἁγιασμός
- χρίση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consacrazione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη