Μετάφραση του "consapevolezza" σε Ελληνικά

Οι επίγνωση, συνείδηση, γνώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consapevolezza" σε Ελληνικά.

consapevolezza noun feminine γραμματική

Il fatto di rendersi conto di un fatto, di una situazione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίγνωση

    noun feminine

    Questa consapevolezza si è affermata ormai da lungo tempo tra gli esperti del mercato del lavoro.

    Αυτή η επίγνωση είναι εδώ και καιρό δεδομένη στους κύκλους των ειδικών της αγοράς εργασίας.

  • συνείδηση

    noun feminine

    Questo non è un modo di pensare tipicamente occidentale, ma deve essere una consapevolezza democratica comune.

    Αυτό δεν είναι καθόλου ένας τυπικά δυτικός τρόπος σκέψης παρά πρέπει να αποτελεί κοινή δημοκρατική συνείδηση.

  • γνώση

    noun feminine

    Nel diritto francese il dolo presuppone sia la consapevolezza che la volontà di realizzare l’azione.

    Στο γαλλικό δίκαιο, ο δόλος προϋποθέτει τόσο τη γνώση όσο και την πρόθεση της πραγματοποιήσεως της πράξεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνειδητοποίηση
    • συναίσθηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consapevolezza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consapevolezza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη