Μετάφραση του "contribuente" σε Ελληνικά

Οι φορολογούμενος, φορολογουμένη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contribuente" σε Ελληνικά.

contribuente noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φορολογούμενος

    particle masculine

    Andra'in prigione a vivere a spese dei contribuenti.

    Θα πάει στην φυλακή και θα τρώει τα χρήματα των φορολογουμένων...

  • φορολογουμένη

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contribuente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contribuente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει
  • συμβάλλω · συνεισφέρω · συνεργώ · συντείνω · συντελώ · υποβοηθώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contribuente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη