Μετάφραση του "contribuire" σε Ελληνικά

Οι συνεισφέρω, συμβάλλω, συντείνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contribuire" σε Ελληνικά.

contribuire verb γραμματική

Prendere parte a qualcosa, concorrere alla realizzazione di qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφέρω

    verb

    Nello stesso periodo essa ha contribuito ai fondi di investimento delle istituzioni finanziarie.

    Κατά την ίδια περίοδο, η Επιτροπή συνεισέφερε στα επενδυτικά ταμεία των χρηματοοικονομικών οργάνων.

  • συμβάλλω

    verb

    La riboflavina contribuisce al mantenimento di una pelle normale

    Η ριβοφλαβίνη συμβάλλει στη διατήρηση της κατάστασης του δέρματος

  • συντείνω

    verb

    Il mio ringraziamento pertanto va a tutti coloro che hanno contribuito in questo senso.

    Γι' αυτό τις θερμές ευχαριστίες μας σε όλους όσους συνέτειναν σ' αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντελώ
    • υποβοηθώ
    • συνεργώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contribuire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contribuire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει
  • φορολογουμένη · φορολογούμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contribuire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη