Μετάφραση του "contributo" σε Ελληνικά

Οι συνεισφορά, συμβολή, συνδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contributo" σε Ελληνικά.

contributo noun masculine γραμματική

La parte realizzata da una persona per ottenere un risultato. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφορά

    noun feminine

    Il contributo delle parti sociali e degli esperti del mercato del lavoro deve essere adeguatamente strutturato.

    Η συνεισφορά των κοινωνικών εταίρων και των εμπειρογνωμόνων της αγοράς εργασίας πρέπει να είναι καλά διαρθρωμένη.

  • συμβολή

    noun

    Questo, a sua volta, rappresenta un notevole contributo alla competitività dell'economia europea.

    Αυτό, με τη σειρά του, αποτελεί σημαντική συμβολή στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας».

  • συνδρομή

    noun

    Il contributo finanziario della Comunità va concesso solo previa presentazione dei documenti giustificativi prescritti.

    Η κοινοτική οικονομική συνδρομή πρέπει να χορηγηθεί αφού υποβληθούν τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσφορά
    • δωρεά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contributo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contributo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contributo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη