Μετάφραση του "corporale" σε Ελληνικά
Το σωματικός είναι η μετάφραση του "corporale" σε Ελληνικά.
corporale
adjective
masculine
γραμματική
-
σωματικός
adjective masculineConvinto sostenitore della preghiera a scuola, punizioni corporali, pene detentive più lunghe per dissuadere il crimine.
Υποστήριζε την προσευχή στο σχολείο, τη σωματική τιμωρία τις μεγάλες ποινές κατά του εγκλήματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corporale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corporale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λουτρό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη