Μετάφραση του "debito" σε Ελληνικά

Οι χρέος, οφειλή, υποχρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debito" σε Ελληνικά.

debito adjective noun masculine γραμματική

Qualcosa dovuto ad un'altra persona.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρέος

    noun neuter

    Qualcosa dovuto ad un'altra persona.

    Tom ha molti debiti.

    Ο Τομ έχει πολλά χρέη.

  • οφειλή

    Il pagamento implica quindi la riduzione del debito principale a EUR 35 405,21.

    Αποτέλεσμα της καταβολής ήταν ότι η κύρια οφειλή μειώθηκε στα 35 405,21 ευρώ.

  • υποχρέωση

    noun feminine

    Sei in debito, e noi ne abbiamo fin qui con quel sushi.

    Μας έχεις υποχρέωση κι εμείς πήξαμε στο σούσι.

  • καθήκον

    noun neuter

    Solo quando avrai pagato i tuoi debiti

    Πρώτα όμως πρέπει να κάνεις το καθήκον σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " debito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "debito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "debito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη