Μετάφραση του "divorziare" σε Ελληνικά
Οι διαζύγιο, χωρίζω, παίρνω διαζύγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divorziare" σε Ελληνικά.
divorziare
verb
γραμματική
-
διαζύγιο
noun neuterMamisch ha chiesto il riconoscimento della decisione di divorzio pronunciata in Siria.
Mamisch ζήτησε να αναγνωριστεί το διαζύγιο που απαγγέλθηκε στη Συρία.
-
χωρίζω
verbSe provi a divorziare da me ti lascero'senza niente.
Αν πας να με χωρίσεις, δεν θα σου δώσω τίποτα.
-
παίρνω διαζύγιο
verbE'un comportamento abbastanza tipico nei figli di divorziati.
Είναι κλασική συμπεριφορά παιδιών που οι γονείς τους παίρνουν διαζύγιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " divorziare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "divorziare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαζευγμένη · διαζευγμένος
-
διαζευγμένη · διαζευγμένοι · διαζευγμένος
-
διαζευγμένη · διαζευγμένος
-
διαζευγμένη · διαζευγμένος
-
Διαζύγιο · διαζυγιο · διαζύγιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη