Μετάφραση του "divorziate" σε Ελληνικά
Οι διαζευγμένη, διαζευγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divorziate" σε Ελληνικά.
divorziate
noun
adjective
verb
feminine
γραμματική
-
διαζευγμένη
feminineSembrava davvero che uno di loro fosse divorziato.
Θα νομίζατε πως ένας από αυτούς ήταν διαζευγμένη.
-
διαζευγμένος
masculineE io posso capire perche'tu sei diventato un detective divorziato.
Κι εγώ βλέπω γιατί κατέληξες ένας διαζευγμένος Ντετέκτιβ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " divorziate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "divorziate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαζευγμένη · διαζευγμένος
-
διαζευγμένη · διαζευγμένοι · διαζευγμένος
-
διαζευγμένη · διαζευγμένος
-
διαζύγιο · παίρνω διαζύγιο · χωρίζω
-
Διαζύγιο · διαζυγιο · διαζύγιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη