Μετάφραση του "divorzio" σε Ελληνικά

Οι διαζύγιο, Διαζύγιο, διαζυγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divorzio" σε Ελληνικά.

divorzio noun verb masculine γραμματική

Scioglimento legale del vincolo di matrimonio.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαζύγιο

    noun neuter

    Scioglimento legale del vincolo di matrimonio.

    Mamisch ha chiesto il riconoscimento della decisione di divorzio pronunciata in Siria.

    Mamisch ζήτησε να αναγνωριστεί το διαζύγιο που απαγγέλθηκε στη Συρία.

  • Διαζύγιο

    λύση της συζυγικής ένωσης

    Mamisch ha chiesto il riconoscimento della decisione di divorzio pronunciata in Siria.

    Mamisch ζήτησε να αναγνωριστεί το διαζύγιο που απαγγέλθηκε στη Συρία.

  • διαζυγιο

    Dopo il mio divorzio non avrei mai pensato che sarei riuscita a far avvicinare un altro uomo.

    Μετα απο το διαζυγιο μου δεν πιστευα οτι θ αφηνα ποτε ξανα κανεναν αντρα να με πλησιασει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divorzio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "divorzio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαζευγμένη · διαζευγμένος
  • διαζευγμένη · διαζευγμένοι · διαζευγμένος
  • διαζευγμένη · διαζευγμένος
  • διαζευγμένη · διαζευγμένος
  • διαζύγιο · παίρνω διαζύγιο · χωρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divorzio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη