Μετάφραση του "dosaggio" σε Ελληνικά

Οι δόση, δοσολογία, δοσομέτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dosaggio" σε Ελληνικά.

dosaggio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόση

    noun feminine

    Quindi o aumentiamo il dosaggio, oppure gli apriamo la testa e togliamo il coagulo.

    Οπότε, ή του ανεβάζουμε τη δόση ή βγάζουμε το θρόμβο από το κεφάλι του.

  • δοσολογία

    Il personale ha accesso alle corrispondenti istruzioni per un dosaggio e una diluizione corretti.

    Το προσωπικό διαθέτει επίσης πρόσβαση στις αντίστοιχες οδηγίες για ορθή δοσολογία και αραίωση.

  • δοσομέτρηση

    Per ognuno di questi costituenti verrà operato un dosaggio particolare da parte di un laboratorio riconosciuto.

    Θα πραγματοποιηθεί ειδική δοσομέτρηση για κάθε ένα από τα συστατικά αυτά από εγκεκριμένο εργαστήριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dosaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dosaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη