Μετάφραση του "esclusivamente" σε Ελληνικά

Οι αποκλειστικά, μόνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esclusivamente" σε Ελληνικά.

esclusivamente adverb
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλειστικά

    Gli Stati membri vigilano a che tali fondi siano utilizzati senza indugio ed esclusivamente per gli scopi previsti.

    Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πιστώσεις να χρησιμοποιούνται χωρίς καθυστέρηση και αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους σκοπούς.

  • μόνο

    adverb neuter

    Un aumento degli investimenti, della produzione e dei consumi conduce esclusivamente a una prosperità di breve durata.

    Η αύξηση των επενδύσεων, της παραγωγής και της κατανάλωσης δημιουργεί μία βραχυπρόθεσμη μόνο ευημερία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esclusivamente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esclusivamente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη