Μετάφραση του "esclusiva" σε Ελληνικά
Οι αποκλειστικός, Μονοπώλια, προνόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esclusiva" σε Ελληνικά.
esclusiva
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
αποκλειστικός
AdjectiveMerci certificate a fini di: indicare l’utilizzazione esclusiva dei pesci.
Προϊόντα πιστοποιημένα για: Να σημειωθεί ο αποκλειστικός προορισμός των ψαριών.
-
Μονοπώλια
Monopoli nazionali e diritti esclusivi (articoli 37 e 90)
Κρατικά μονοπώλια και δικαιώματα μονοπωλίου (άρθρα 37 και 90)
-
προνόμιο
noun neuter(25) Naturalmente le possibilità di tracciamento non sono esclusive degli ISP.
(25) Βεβαίως, οι ικανότητες ιχνηλάτησης δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των παρόχων υπηρεσιών Διαδικτύου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esclusiva " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esclusiva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκλειστική οικονομική ζώνη
-
αποκλειστική αγορά
-
χρόνος αποκλειστικής χρήσης εφαρμογής
-
Αποκλειστική διάζευξη
-
αποκλειστικό δικαίωμα
-
αποκλειστικό στοιχείο
-
απαιτούμενος χρόνος αποκλειστικής χρήσης
-
αποκλειστική διανομή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη