Μετάφραση του "esclusivo" σε Ελληνικά
Οι αποκλειστικός, αποκλειστική χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esclusivo" σε Ελληνικά.
esclusivo
adjective
masculine
γραμματική
-
αποκλειστικός
adjective masculineMerci certificate a fini di: indicare l’utilizzazione esclusiva dei pesci.
Προϊόντα πιστοποιημένα για: Να σημειωθεί ο αποκλειστικός προορισμός των ψαριών.
-
αποκλειστική χρήση
Ciò è accentuato vieppiù dall’utilizzo esclusivo di latte crudo intero.
Η επίδραση αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο από την αποκλειστική χρήση του ανεπεξέργαστου πλήρους γάλακτος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esclusivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esclusivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκλειστική οικονομική ζώνη
-
αποκλειστική αγορά
-
χρόνος αποκλειστικής χρήσης εφαρμογής
-
Αποκλειστική διάζευξη
-
αποκλειστικό δικαίωμα
-
αποκλειστικό στοιχείο
-
απαιτούμενος χρόνος αποκλειστικής χρήσης
-
αποκλειστική διανομή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη