Μετάφραση του "esclusivo" σε Ελληνικά

Οι αποκλειστικός, αποκλειστική χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esclusivo" σε Ελληνικά.

esclusivo adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλειστικός

    adjective masculine

    Merci certificate a fini di: indicare l’utilizzazione esclusiva dei pesci.

    Προϊόντα πιστοποιημένα για: Να σημειωθεί ο αποκλειστικός προορισμός των ψαριών.

  • αποκλειστική χρήση

    Ciò è accentuato vieppiù dall’utilizzo esclusivo di latte crudo intero.

    Η επίδραση αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο από την αποκλειστική χρήση του ανεπεξέργαστου πλήρους γάλακτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esclusivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esclusivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esclusivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη