Μετάφραση του "esente" σε Ελληνικά
Οι δωρεάν, απαλλαγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esente" σε Ελληνικά.
esente
adjective
masculine
γραμματική
-
δωρεάν
adverbL'uso dell'autorizzazione in quanto tale è esente da oneri.
Αυτή καθαυτή η χρήση της αδείας θα είναι δωρεάν.
-
απαλλαγμένος
adjectiveTutta l'apparecchiatura usata dev'essere esente da sostanze riducenti od ossidanti.
Όλος ο χρησιμοποιούμενος εξοπλισμός πρέπει να είναι απαλλαγμένος αναγωγικών ή οξειδωτικών ουσιών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφορολόγητη πώληση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη