Μετάφραση του "esercente" σε Ελληνικά
Οι έμπορας, καταστηματάρχης, μαγαζάτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esercente" σε Ελληνικά.
esercente
noun
masculine
γραμματική
-
έμπορας
noun -
καταστηματάρχης
noun -
μαγαζάτορας
nounLen Feeney, proprietario ed esercente.
Λη Φήνυ, ιδιοκτήτης και μαγαζάτορας.
-
αποθηκάριος
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esercente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esercente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Στρατός Ξηράς
-
επαγγελματικός στρατός
-
ένοπλες δυνάμεις · πλήθος · στράτευμα · στρατιά · στρατός · στρατός ξηράς · σώμα
-
Τσέτνικ
-
Στρατός της Σωτηρίας
-
ένοπλες δυνάμεις · πλήθος · στράτευμα · στρατιά · στρατός · στρατός ξηράς · σώμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη