Μετάφραση του "esercitare" σε Ελληνικά

Οι ασκώ, άσκηση, γυμνάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esercitare" σε Ελληνικά.

esercitare verb γραμματική

Svolgere o eseguire un lavoro o una professione. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασκώ

    verb

    Gli Stati membri dispongono, al riguardo, di un potere discrezionale che devono esercitare in conformità al diritto comunitario.

    Τα κράτη μέλη έχουν εν προκειμένω διακριτική ευχέρεια την οποία οφείλουν να ασκούν σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.

  • άσκηση

    noun feminine

    4.5 È necessario consolidare il diritto delle donne a esercitare una professione e a mantenersi.

    4.5 Πρέπει να ενισχυθεί το τα δικαίωμα των γυναικών για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και αυτοσυντήρησης.

  • γυμνάζομαι

    Non so quando, dopo il'44, iniziai ad esercitare con forza il corpo e la mente:

    Κάποια στιγμή μετά το'44 ξεκίνησα να γυμνάζω εντατικά το σώμα και το πνεύμα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • προετοιμάζω
    • ασκούμαι
    • αθλούμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esercitare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esercitare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Στρατός Ξηράς
  • επαγγελματικός στρατός
  • ένοπλες δυνάμεις · πλήθος · στράτευμα · στρατιά · στρατός · στρατός ξηράς · σώμα
  • Τσέτνικ
  • Στρατός της Σωτηρίας
  • ένοπλες δυνάμεις · πλήθος · στράτευμα · στρατιά · στρατός · στρατός ξηράς · σώμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esercitare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη