Μετάφραση του "esercito" σε Ελληνικά
Οι στρατός, στράτευμα, πλήθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esercito" σε Ελληνικά.
esercito
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Grande forza militare, che viene utilizzata specialmente per le operazioni di terra. [..]
-
στρατός
noun masculineΜεγάλη στρατιωτική δύναμη που ασχολείται κυρίως με επιχειρήσεις εδάφους.
La gente ha creato i propri eserciti privati.
Οι άνθρωποι συγκροτούν τους δικούς τους ιδιωτικούς στρατούς.
-
στράτευμα
noun neuterIl medesimo zelo di Geova degli eserciti farà questo”.
Ο ζήλος του Ιεχωβά των στρατευμάτων θα το κάνει αυτό».
-
πλήθος
noun neuterHo creato un piccolo esercito di mostriciattoli Leslie Knope.
Έχω δημιουργήσει ένα πλήθος από μικρά Λέσλι Νόουπ τέρατα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σώμα
- ένοπλες δυνάμεις
- στρατιά
- στρατός ξηράς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esercito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esercito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Στρατός Ξηράς
-
έμπορας · αποθηκάριος · καταστηματάρχης · μαγαζάτορας
-
επαγγελματικός στρατός
-
Τσέτνικ
-
άσκηση · αθλούμαι · ασκούμαι · ασκώ · γυμνάζομαι · κάνω · προετοιμάζω
-
Στρατός της Σωτηρίας
-
άσκηση · αθλούμαι · ασκούμαι · ασκώ · γυμνάζομαι · κάνω · προετοιμάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη