Μετάφραση του "fissa" σε Ελληνικά
Οι μανία, ιδεοληψία, ψυχαναγκασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fissa" σε Ελληνικά.
fissa
noun
adjective
verb
feminine
γραμματική
-
μανία
noun feminineQuasi tutti i tuoi compagni di terza media erano fissati con i loro giocatori di baseball preferiti.
Οι περισσότεροι έφηβοι είχαν μανία με παίκτες του μπάσκετ.
-
ιδεοληψία
noun feminine -
ψυχαναγκασμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fissa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fissa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στερεώνω με σύρμα
-
έργο με προκαθορισμένη τιμή
-
Ολικά διαλυμένα στερεά
-
βιδώνω - στερεώνω · βλέπω · δένω · επισκευάζω · καθορίζω · κανονίζω · κανονίζω - ρυθμίζω - ορίζω · κλείνω · κοιτάζω · ορίζω · προσδιορίζω · προσηλώνω · προσηλώνω τα μάτια - ατενίζω · προσχεδιάζω · ρυθμίζω · στερεώνω · σφίγγω
-
εμμονικός
-
αμετάβλητος · δοσμένος · καθορισμένος · σταθερός · στερεός
-
εργασία σταθερής διάρκειας
-
σταθερή τιμή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη