Μετάφραση του "fisso" σε Ελληνικά
Οι στερεός, καθορισμένος, αμετάβλητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fisso" σε Ελληνικά.
-
στερεός
adjective masculineIl supporto di prova deve essere fissato rigidamente per evitare qualsiasi movimento durante l'urto.
Η διάταξη δοκιμής πρέπει να στερώνεται στερεά ούτως ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μετακίνηση κατά την κρούση.
-
καθορισμένος
adjectivePer essere funzionale un termine di prescrizione deve essere fissato anticipatamente.
Ο χρόνος παραγραφής πρέπει, προκειμένου να μπορέσει να επιτελέσει τη λειτουργία του, να είναι καθορισμένος εκ των προτέρων.
-
αμετάβλητος
adjective masculineNel suddetto periodo, il fattore di esecuzione rimane invariabilmente fisso a 1.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο συντελεστής εκπληρώσεως παραμένει αμετάβλητος, ίσος προς 1.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σταθερός
- δοσμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fisso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fisso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στερεώνω με σύρμα
-
έργο με προκαθορισμένη τιμή
-
Ολικά διαλυμένα στερεά
-
βιδώνω - στερεώνω · βλέπω · δένω · επισκευάζω · καθορίζω · κανονίζω · κανονίζω - ρυθμίζω - ορίζω · κλείνω · κοιτάζω · ορίζω · προσδιορίζω · προσηλώνω · προσηλώνω τα μάτια - ατενίζω · προσχεδιάζω · ρυθμίζω · στερεώνω · σφίγγω
-
εμμονικός
-
ιδεοληψία · μανία · ψυχαναγκασμός
-
εργασία σταθερής διάρκειας
-
σταθερή τιμή