Μετάφραση του "fissato" σε Ελληνικά

Το εμμονικός είναι η μετάφραση του "fissato" σε Ελληνικά.

fissato adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμονικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fissato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fissato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στερεώνω με σύρμα
  • έργο με προκαθορισμένη τιμή
  • Ολικά διαλυμένα στερεά
  • βιδώνω - στερεώνω · βλέπω · δένω · επισκευάζω · καθορίζω · κανονίζω · κανονίζω - ρυθμίζω - ορίζω · κλείνω · κοιτάζω · ορίζω · προσδιορίζω · προσηλώνω · προσηλώνω τα μάτια - ατενίζω · προσχεδιάζω · ρυθμίζω · στερεώνω · σφίγγω
  • αμετάβλητος · δοσμένος · καθορισμένος · σταθερός · στερεός
  • ιδεοληψία · μανία · ψυχαναγκασμός
  • εργασία σταθερής διάρκειας
  • σταθερή τιμή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fissato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη