Μετάφραση του "immettere" σε Ελληνικά

Οι εγγράφω, εισάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immettere" σε Ελληνικά.

immettere verb γραμματική

Inserire e registrare dati in un elaboratore elettronico.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγράφω

    verb
  • εισάγω

    verb

    La funzione di calibratura può anche immettere i dati necessari attraverso altri connettori.

    Η λειτουργία βαθμονόμησης πρέπει επίσης να μπορεί να εισάγει απαραίτητα δεδομένα μέσω άλλων συνδέσμων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immettere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immettere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immettere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη