Μετάφραση του "immigrato" σε Ελληνικά

Οι μετανάστης, εσωτερικός μετανάστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immigrato" σε Ελληνικά.

immigrato verb noun masculine γραμματική

Una persona di sesso maschile che si stabilisce in un paese proveniendo dall'estero.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετανάστης

    noun masculine

    Talvolta non esiste una definizione chiara del concetto di «immigrato» e di quello di «discendente di immigrato».

    Εξ αιτίας αυτού, είναι δυνατή η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τους όρους «μετανάστης» και «απόγονος μεταναστών».

  • εσωτερικός μετανάστης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immigrato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immigrato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immigrato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη