Μετάφραση του "immischiare" σε Ελληνικά

Το εμπλέκω είναι η μετάφραση του "immischiare" σε Ελληνικά.

immischiare verb γραμματική

Impegnare in una situazione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπλέκω

    verb

    Non so in cosa sia immischiato, ma lo scopriro'.

    Δεν ξέρω σε τι εμπλέκεται, αλλά θα το μάθω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immischiare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immischiare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη