Μετάφραση του "incomparabile" σε Ελληνικά

Οι ασύγκριτος, απαράμιλλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incomparabile" σε Ελληνικά.

incomparabile adjective masculine γραμματική

Che non può essere paragonato a nient' altro perché di gran lunga superiore.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύγκριτος

    21, 22. (a) Come sottolinea Isaia che Geova è incomparabile?

    21, 22. (α) Πώς τονίζει ο Ησαΐας ότι ο Ιεχωβά είναι ασύγκριτος;

  • απαράμιλλος

    adjective

    2 Geova è incomparabile in potenza e vede tutto.

    2 Ο Ιεχωβά είναι απαράμιλλος σε δύναμη και βλέπει τα πάντα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incomparabile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incomparabile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη