Μετάφραση του "inesperto" σε Ελληνικά
Οι άπειρος, αρχάριος, πρωτόπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inesperto" σε Ελληνικά.
inesperto
adjective
masculine
γραμματική
-
άπειρος
noun masculineBeh, forse anch'io l'avrei pensato quando ero piu'giovane, inesperto.
Ίσως κι εγώ να το θεωρούσα καλή ιδέα όταν ήμουν νεότερος, άπειρος.
-
αρχάριος
noun masculineLei fu arrestato perche'un giovane e inesperto poliziotto noto'del sangue nella sua macchina, e'corretto?
Σε έπιασαν γιατί ένας αρχάριος αστυφύλακας εντόπισε αίμα στο αμάξι σου, σωστά;
-
πρωτόπειρος
adjective masculine -
άμαθος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inesperto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη