Μετάφραση του "inesorabile" σε Ελληνικά

Το αδιάλλακτος είναι η μετάφραση του "inesorabile" σε Ελληνικά.

inesorabile adjective masculine γραμματική

Impossibile da evitare, a cui non ci si può sottrarre.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάλλακτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inesorabile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inesorabile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη