Μετάφραση του "intaglio" σε Ελληνικά

Οι Ξυλογλυπτική, γλυπτική, Βαθυτυπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intaglio" σε Ελληνικά.

intaglio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ξυλογλυπτική

    attività che consiste nel rimuovere materia da pietra, metalli, pietre dure, legno al fine di creare opere d'arte

    Ho provato ad intagliare il legno, ma continuavo a tagliarmi.

    Δοκίμασα ξυλογλυπτική, αλλά κοβόμουν συνέχεια.

  • γλυπτική

    noun feminine

    Gli intagli sono davvero squisiti.

    Η γλυπτική είναι πραγματικά αρκετά εξαίσια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intaglio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intaglio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βαθυτυπία

    ομάδα μεθόδων εκτύπωσης

    Falsaria condannata, altamente qualificata in intaglio e stampa tipografica.

    Καταδικασμένη παραχαράκτης, εξειδικευμένη στη βαθυτυπία και την τυπογραφική εκτύπωση.

Φράσεις παρόμοιες με "intaglio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λαξεύω · σμιλεύω · χαράσσω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intaglio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη