Μετάφραση του "isolano" σε Ελληνικά
Οι νησιώτης, νησιώτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolano" σε Ελληνικά.
isolano
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
νησιώτης
noun masculinePer i non isolani, le isole non possono essere solo località di vacanza, tutte sole e mare.
Τα νησιά, μια και δεν είστε νησιώτης, δεν είναι μόνο περιοχές για διακοπές, με ήλιο και θάλασσα.
-
νησιώτισσα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isolano " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isolano" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μονωτικό υλικό
-
Νήσος των Χριστουγέννων
-
Φερδινάνδεα
-
ζώνη κυκλοφορίας πεζών
-
Ιρλανδία
-
δρόμος υποχρεωτικής κυκλικής πορείας
-
Νήσος Μαν · Νήσος του Μαν
-
Μπουβέ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη