Μετάφραση του "isolante" σε Ελληνικά
Οι μονωτικός, μονωτικό, μονωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolante" σε Ελληνικά.
Sostanza che non trasmette calore (isolante termico), suono (isolante acustico) o elettrico (isolante elettrico).
-
μονωτικός
adjectiveI materiali isolanti posti all'interno dei compartimenti motore sono incombustibili.
Τα μονωτικά υλικά στους χώρους των μηχανών θα πρέπει να είναι άκαυστα.
-
μονωτικό
Il materiale isolante può fondere e le parti conduttrici possono diventare accessibili.
Το μονωτικό υλικό μπορεί να λιώσει και ενδέχεται τα τμήματα που φέρουν ηλεκτρικό ρεύμα να είναι εκτεθειμένα.
-
μονωτής
noun masculineL'aria intrappolata nelle piccole tasche di meringa agisce da isolante rallentando il trasferimento di calore.
Ο παγιδεύμενος αέρας στους μικρούς θύλακες αέρα δρα σα μονωτής, καθυστερώντας τη μεταφορά θερμότητας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διηλεκτρικό
- μονωτήρας
- θερμομονωτικός
- κακός αγωγός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isolante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isolante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μονωτικό υλικό
-
Νήσος των Χριστουγέννων
-
Φερδινάνδεα
-
ζώνη κυκλοφορίας πεζών
-
Ιρλανδία
-
δρόμος υποχρεωτικής κυκλικής πορείας
-
Νήσος Μαν · Νήσος του Μαν
-
Μπουβέ