Μετάφραση του "isolato" σε Ελληνικά

Οι απομονωμένος, μοναδικός, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolato" σε Ελληνικά.

isolato adjective verb noun masculine γραμματική

Edificio o insieme di edifici contornati da tutti i lati da strade relativamente amplie di forma quadrata o rettangolare. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απομονωμένος

    adjective masculine

    Le necessità erano così immense che un operatore isolato non avrebbe mai potuto soddisfarle.

    Οι ανάγκες ήσαν τόσο μεγάλες ώστε ένας απομονωμένος έμπορος ουδέποτε θα μπορούσε να τις ικανοποιήσει.

  • μοναδικός

    adjective masculine

    Questo episodio non è affatto isolato in Birmania.

    Το επεισόδιο αυτό δεν αποτελεί το μοναδικό του είδους στη Μυανμάρ.

  • μεμονωμένος

    particle

    La garanzia isolata mediante deposito in contanti viene costituita presso l'ufficio di partenza.

    Η σύσταση μεμονωμένης εγγύησης με την καταβολή μετρητών πραγματοποιείται στο τελωνείο αναχώρησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χωριστός
    • μοναχικός
    • ερημικός
    • ανεξάρτητος
    • απόμερος
    • περιστασιακός
    • οικοδομικό τετράγωνο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "isolato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη