Μετάφραση του "leccare" σε Ελληνικά

Οι γλείφω, λείχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leccare" σε Ελληνικά.

leccare verb γραμματική

Praticare sesso orale su una femmina. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλείφω

    verb

    E'una settimana che mi spezzo la schiena per leccare i piedi a Chris.

    Ξεσκίστηκα αυτήν την εβδομάδα να γλείφω τον Κρις.

  • λείχω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leccare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leccare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leccare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη