Μετάφραση του "lottare" σε Ελληνικά

Οι τσακώνομαι, παλεύω, μάχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lottare" σε Ελληνικά.

lottare verb γραμματική

Essere coinvolto in un confronto fisico. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσακώνομαι

    verb

    Essere coinvolto in un confronto fisico.

    So che tu tendi a preoccuparti quando lotto.

    Ξέρω πώς έχεις την τάση να αγχώνεσαι όταν τσακώνομαι.

  • παλεύω

    verb

    John sta lottando con Tom.

    Ο Τζον παλεύει με τον Τομ.

  • μάχομαι

    verb

    Usò il suo ultimo respiro per assicurarsi che avresti continuato a lottare.

    Μέχρι και με την τελευταία του πνοή ήθελε να σιγουρευτεί ότι θα συνεχίσεις να μάχεσαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολεμώ
    • μαλώνω
    • διαγωνίζωμαι
    • καταπολεμώ
    • πάλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lottare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lottare"

Φράσεις παρόμοιες με "lottare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lottare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη